Βασικό στάδιο 4: γραμματική και γλωσσικοί όροι
Ορθογραφία για τα βασικά στάδια 1 έως 4 · αγγλικά · Υπαγόρευση λέξεων · Ενότητα 4
- noun n.: ουσιαστικό
- pronoun n.: αντωνυμία
- verb n.: ρήμα
- adjective n.: επίθετο
- adverb n.: επίρρημα
- preposition n.: πρόθεση
- prepositional adj.: προθετικός
- conjunction n.: σύνδεσμος
- determiner n.: προσδιοριστής
- article n.: άρθρο
- auxiliary adj., n.: βοηθητικός· βοηθητικό ρήμα
- modal adj., n.: τροπικός· τροπικό ρήμα
- sentence n., v.: πρόταση; ποινή
- clause n.: πρόταση; ρήτρα
- phrase n., v.: φράση
- subordinate adj., n., v.: υποδεέστερος· εξαρτημένος
- subordination n.: υποταγή
- co-ordinate v., n., adj.: συντονίζω
- co-ordination n.: συντονισμός
- adverbial adj., n.: επιρρηματικός προσδιορισμός
- fronted v., adj.: τοποθετημένος στην αρχή
- fronting v., n.: μετακίνηση στην αρχή της πρότασης
- complement n., v.: συμπλήρωμα· συμπληρώνω
- subject n., adj., v.: θέμα
- object n., v.: αντικείμενο; αντιτίθεμαι
- modifier n.: προσδιορισμός
- relative adj., n.: συγγενής; σχετικός
- tense adj., n., v.: τεταμένος· χρόνος ρήματος
- present adj., n., v.: παρών; δώρο; παρουσιάζω
- past adj., prep., n.: παρελθόν; περασμένος
- future n., adj.: μέλλον
- perfect adj., v.: τέλειος
- progressive adj., n.: προοδευτικός
- continuous adj.: συνεχής
- participle n.: μετοχή
- infinitive n., adj.: απαρέμφατο
- finite adj.: πεπερασμένος
- transitive adj.: μεταβατικός
- intransitive adj.: αμετάβατος
- active adj.: ενεργός
- passive adj., n.: παθητικός
- subjunctive adj., n.: υποτακτική
- imperative adj., n.: επιτακτικός
- prefix n., v.: πρόθημα
- suffix n., v.: επίθημα
- inflection n.: τονική μεταβολή· κλίση
- morphology n.: μορφολογία
- etymology n.: ετυμολογία
- compound n., adj., v.: χημική ένωση
- plural adj., n.: πληθυντικός
- singular adj., n.: ενικός
- possessive adj., n.: κτητικός
- synonym n.: συνώνυμο
- antonym n.: αντώνυμο
- homonym n.: ομώνυμο
- homophone n.: ομόηχο
- phoneme n.: φώνημα
- grapheme n.: γράφημα
- digraph n.: δίψηφο
- trigraph n.: τρίψηφο
- consonant n., adj.: σύμφωνο
- vowel n.: φωνήεν
- syllable n.: συλλαβή
- stress n., v.: άγχος; έμφαση
- unstressed adj.: άτονος
- schwa n.: ουδέτερο φωνήεν
- punctuation n.: στίξη
- apostrophe n.: απόστροφος
- comma n.: κόμμα
- colon n.: άνω και κάτω τελεία
- semi-colon n.: άνω τελεία
- hyphen n.: ενωτικό
- dash n., v.: παύλα
- brackets n., v.: παρενθέσεις ή αγκύλες
- parenthesis n.: παρένθεση
- ellipsis n.: αποσιωπητικά
- exclamation n.: αναφώνηση
- question n., v.: ερώτηση
- statement n.: δήλωση
- command n., v.: εντολή
- cohesion n.: συνοχή
- cohesive adj.: συνεκτικός
- register v., n.: εγγράφομαι; μητρώο
- formal adj., n.: επίσημος
- informal adj.: ανεπίσημος
- dialect n.: διάλεκτος
- ambiguity n.: αμφισημία