Βασικό στάδιο 3: κανόνες και μοτίβα ορθογραφίας
Ορθογραφία για τα βασικά στάδια 1 έως 4 · αγγλικά · Υπαγόρευση λέξεων · Ενότητα 3
- forgetting v.: το να ξεχνάς
- forgotten v., adj.: ξεχασμένος
- beginning n., v., adj.: αρχή
- beginner n.: αρχάριος
- prefer v.: προτιμώ
- preferred adj., v.: προτιμώμενος
- gardening n., v.: κηπουρική
- gardener n.: κηπουρός
- limiting v., adj.: περιοριστικός
- limited adj., v.: περιορισμένος
- limitation n.: περιορισμός
- myth n.: μύθος
- gym n.: γυμναστήριο
- Egypt n.: Αίγυπτος
- pyramid n.: πυραμίδα
- mystery n.: μυστήριο
- young adj., n.: νέος
- touch v., n.: αγγίζω; άγγιγμα
- double adj., v., n.: διπλός
- trouble n., v.: μπελάς
- country n.: χώρα, ύπαιθρος
- disappoint v.: απογοητεύω
- disagree v.: διαφωνώ
- disobey v.: παρακούω
- misbehave v.: φέρομαι άσχημα
- mislead v.: παραπλανώ
- misspell v.: κάνω ορθογραφικό λάθος
- inactive adj.: ανενεργός
- incorrect adj.: λανθασμένος
- illegal adj.: παράνομος
- illegible adj.: δυσανάγνωστος
- immature adj.: ανώριμος
- immortal adj., n.: αθάνατος
- impossible adj.: αδύνατος
- impatient adj.: ανυπόμονος
- imperfect adj., n.: ατελής
- irregular adj.: ακανόνιστος
- irrelevant adj.: άσχετος
- irresponsible adj.: ανεύθυνος
- redo v.: ξανακάνω
- refresh v.: ανανεώνω
- return v., n.: επιστροφή· επιστρέφω
- reappear v.: επανεμφανίζομαι
- redecorate v.: αναδιακοσμώ
- subdivide v.: υποδιαιρώ
- subheading n.: υπότιτλος
- submarine n., adj.: υποβρύχιο
- submerge v.: βυθίζω
- interact v.: αλληλεπιδρώ
- intercity adj.: υπεραστικός
- international adj., n.: διεθνής
- interrelated adj.: αλληλένδετος
- supermarket n.: σούπερ μάρκετ
- superman n.: υπεράνθρωπος
- superstar n.: σούπερ σταρ
- antiseptic adj., n.: αντισηπτικός
- anti-clockwise adv., adj.: αριστερόστροφα
- antisocial adj.: ακοινώνητος; αντικοινωνικός
- autobiography n.: αυτοβιογραφία
- autograph n., v.: αυτόγραφο; υπογράφω
- information n.: πληροφορίες
- adoration n.: λατρεία
- sensation n.: αίσθηση
- preparation n.: προετοιμασία
- admiration n.: θαυμασμός
- sadly adv.: θλιμμένα· δυστυχώς
- completely adv.: εντελώς
- usually adv.: συνήθως
- finally adv.: τελικά, επιτέλους
- comically adv.: με κωμικό τρόπο
- happily adv.: χαρούμενα· ευχαρίστως
- angrily adv.: θυμωμένα
- gently adv.: απαλά
- simply adv.: απλώς
- humbly adv.: ταπεινά
- nobly adv.: με ευγένεια ψυχής
- basically adv.: βασικά
- frantically adv.: με αγωνία
- dramatically adv.: δραματικά· θεατρικά
- truly adv.: πραγματικά
- duly adv.: δεόντως
- wholly adv.: εντελώς
- publicly adv.: δημόσια
- measure v., n.: μετρώ; μέτρο
- treasure n., v.: θησαυρός
- pleasure n.: ευχαρίστηση
- enclosure n.: περίφραχτος χώρος
- creature n.: πλάσμα
- furniture n.: έπιπλα
- picture n., v.: εικόνα
- nature n.: φύση
- adventure n.: περιπέτεια
- division n.: διαίρεση; τμήμα
- invasion n.: εισβολή; παραβίαση
- confusion n.: σύγχυση
- decision n.: απόφαση
- collision n.: σύγκρουση
- television n.: τηλεόραση
- poisonous adj.: δηλητηριώδης
- dangerous adj.: επικίνδυνος
- mountainous adj.: ορεινός
- tremendous adj.: τεράστιος; καταπληκτικός
- enormous adj.: τεράστιος
- jealous adj.: ζηλιάρης
- humorous adj.: χιουμοριστικός
- glamorous adj.: λαμπερός; γοητευτικός
- vigorous adj.: δυναμικός; σφριγηλός
- courageous adj.: θαρραλέος
- outrageous adj.: εξωφρενικός
- serious adj.: σοβαρός
- obvious adj.: προφανής
- curious adj.: περίεργος
- hideous adj.: αποκρουστικός
- spontaneous adj.: αυθόρμητος
- courteous adj.: ευγενικός
- invention n.: εφεύρεση
- injection n.: ένεση
- action n., v.: δράση
- hesitation n.: δισταγμός
- completion n.: ολοκλήρωση
- expression n.: έκφραση
- discussion n.: συζήτηση
- confession n.: ομολογία; εξομολόγηση
- permission n.: άδεια
- admission n.: είσοδος; αποδοχή; ομολογία
- expansion n.: επέκταση
- extension n.: επέκταση; παράταση
- comprehension n.: κατανόηση
- tension n., v.: ένταση
- musician n.: μουσικός
- electrician n.: ηλεκτρολόγος
- magician n.: ταχυδακτυλουργός
- politician n.: πολιτικός
- mathematician n.: μαθηματικός
- scheme n., v.: σχέδιο
- chorus n., v.: ρεφρέν; χορωδία
- chemist n.: χημικός; φαρμακοποιός
- echo n., v.: ηχώ
- character n.: χαρακτήρας
- chef n.: σεφ; μάγειρας
- chalet n.: σαλέ
- machine n., v.: μηχανή
- brochure n.: ενημερωτικό φυλλάδιο
- league n.: λίγκα· ένωση
- tongue n.: γλώσσα
- antique n., adj.: αντίκα
- unique adj.: μοναδικός
- science n.: επιστήμη
- scene n.: σκηνή
- discipline n., v.: πειθαρχία
- fascinate v.: συναρπάζω
- crescent n., adj.: ημισέληνος
- vein n.: φλέβα
- weigh v.: ζυγίζω
- obey v.: υπακούω
- accept v.: δέχομαι
- except prep., conj., v.: εκτός από
- affect v., n.: επηρεάζω
- effect n., v.: επίδραση, αποτέλεσμα
- vicious adj.: μοχθηρός; βίαιος
- precious adj.: πολύτιμος
- delicious adj.: νόστιμος
- malicious adj.: κακόβουλος
- suspicious adj.: ύποπτος; καχύποπτος
- gracious adj.: ευγενικός; καταδεκτικός
- spacious adj.: ευρύχωρος
- anxious adj.: ανήσυχος; αγχωμένος
- ambitious adj.: φιλόδοξος
- cautious adj.: προσεκτικός; επιφυλακτικός
- fictitious adj.: φανταστικός; πλασματικός
- infectious adj.: μολυσματικός; μεταδοτικός
- nutritious adj.: θρεπτικός
- official adj., n.: επίσημος; αξιωματούχος
- artificial adj.: τεχνητός
- partial adj.: μερικός; μεροληπτικός
- confidential adj.: εμπιστευτικός
- essential adj., n.: απαραίτητος
- initial adj., n., v.: αρχικός· αρχικό γράμμα
- financial adj.: οικονομικός
- commercial adj., n.: εμπορικός; διαφήμιση
- provincial adj.: επαρχιακός
- observant adj.: παρατηρητικός· θρησκευτικά συνεπής
- observance n.: τήρηση· θρησκευτική τελετή
- observation n.: παρατήρηση
- expectant adj.: γεμάτος προσμονή· μέλλων γονέας
- expectation n.: προσδοκία
- hesitant adj.: διστακτικός
- hesitancy n.: δισταγμός
- tolerant adj.: ανεκτικός
- tolerance n.: ανεκτικότητα
- toleration n.: ανοχή
- substance n.: ουσία
- substantial adj.: σημαντικός· ουσιαστικός
- innocent adj., n.: αθώος
- innocence n.: αθωότητα
- decent adj.: αξιοπρεπής
- decency n.: ευπρέπεια
- frequent adj., v.: συχνός; συχνάζω
- frequency n.: συχνότητα
- confident adj.: σίγουρος; με αυτοπεποίθηση
- confidence n.: εμπιστοσύνη, αυτοπεποίθηση
- assistant n., adj.: βοηθός
- assistance n.: βοήθεια
- obedient adj.: υπάκουος
- obedience n.: υπακοή
- independent adj., n.: ανεξάρτητος
- independence n.: ανεξαρτησία
- adorable adj.: αξιαγάπητος
- adorably adv.: με αξιαγάπητο τρόπο
- applicable adj.: εφαρμόσιμος
- applicably adv.: με εφαρμόσιμο τρόπο
- considerable adj.: σημαντικός
- considerably adv.: σημαντικά
- tolerable adj.: ανεκτός
- tolerably adv.: ανεκτά
- changeable adj.: ευμετάβλητος
- noticeable adj.: αισθητός
- forcible adj.: βίαιος
- legible adj.: ευανάγνωστος
- dependable adj.: αξιόπιστος
- comfortable adj.: άνετος
- understandable adj.: κατανοητός
- reasonable adj.: λογικός, εύλογος
- enjoyable adj.: ευχάριστος
- reliable adj.: αξιόπιστος
- possibly adv.: ίσως, πιθανώς
- horrible adj.: φρικτός
- horribly adv.: φρικτά
- terrible adj.: τρομερός
- terribly adv.: τρομερά
- visible adj.: ορατός
- visibly adv.: εμφανώς
- incredible adj.: απίστευτος
- incredibly adv.: απίστευτα
- sensible adj.: συνετός
- sensibly adv.: συνετά
- referring v.: αναφέρομαι σε
- referred v.: αναφέρθηκε; παρέπεμψε
- referral n.: παραπομπή
- preferring v.: προτιμώ
- transferring v.: μεταφέρω
- transferred v.: μετέφερε
- reference n., v.: αναφορά, παραπομπή
- referee n., v.: διαιτητής· διαιτητεύω
- preference n.: προτίμηση
- transference n.: μεταβίβαση συναισθημάτων
- co-ordinate v., n., adj.: συντονίζω
- re-enter v.: ξαναμπαίνω· εισάγω ξανά
- co-operate v.: συνεργάζομαι
- co-own v.: κατέχω από κοινού
- deceive v.: εξαπατώ
- conceive v.: συλλαμβάνω μια ιδέα ή παιδί
- receive v.: λαμβάνω
- perceive v.: αντιλαμβάνομαι
- ceiling n.: ταβάνι
- protein n.: πρωτεΐνη
- caffeine n.: καφεΐνη
- seize v.: αρπάζω; καταλαμβάνω
- ought aux.: θα έπρεπε
- bought v.: αγόρασε
- nought num., n.: μηδέν; τίποτα
- brought v.: έφερε
- fought v.: πολέμησε; πάλεψε
- rough adj., adv., n.: τραχύς; δύσκολος
- tough adj., n.: δύσκολος; ανθεκτικός
- cough v., n.: βήχω; βήχας
- dough n.: ζύμη
- borough n.: δήμος
- plough n., v.: άροτρο; οργώνω
- bough n.: μεγάλο κλαδί
- doubt n., v.: αμφιβολία, αμφιβάλλω
- lamb n.: αρνί
- solemn adj.: σοβαρός; επίσημος
- thistle n.: γαϊδουράγκαθο
- knight n., v.: ιππότης; άλογο στο σκάκι
- advice n.: συμβουλή
- advise v.: συμβουλεύω
- device n.: συσκευή
- devise v.: επινοώ
- prophecy n.: προφητεία
- prophesy v.: προφητεύω
- precede v.: προηγούμαι
- proceed v.: συνεχίζω; προχωρώ
- desert n., v., adj.: έρημος; εγκαταλείπω
- dessert n.: επιδόρπιο
- wary adj.: επιφυλακτικός
- weary adj., v.: εξαντλημένος