Βασικό στάδιο 2: υποχρεωτικοί κατά νόμο κατάλογοι λέξεων για τις τάξεις 3 έως 6
Ορθογραφία για τα βασικά στάδια 1 έως 4 · αγγλικά · Υπαγόρευση λέξεων · Ενότητα 2
- accident n.: ατύχημα
- accidentally adv.: κατά λάθος
- actual adj.: πραγματικός
- actually adv.: στην πραγματικότητα
- address n., v.: διεύθυνση
- answer n., v.: απάντηση
- appear v.: εμφανίζομαι, φαίνομαι
- arrive v.: φτάνω
- believe v.: πιστεύω
- bicycle n., v.: ποδήλατο
- breath n.: αναπνοή
- breathe v.: αναπνέω
- build v., n.: χτίζω
- business n.: επιχείρηση; δουλειά
- calendar n.: ημερολόγιο
- caught v.: έπιασε; πιασμένος
- centre n., v.: κέντρο
- century n.: αιώνας
- certain adj.: βέβαιος, συγκεκριμένος
- circle n., v.: κύκλος
- complete adj., v.: πλήρης· ολοκληρώνω
- consider v.: εξετάζω; σκέφτομαι
- continue v.: συνεχίζω
- decide v.: αποφασίζω
- describe v.: περιγράφω
- different adj.: διαφορετικός
- difficult adj.: δύσκολος
- disappear v.: εξαφανίζομαι
- early adj., adv.: νωρίς; πρώιμος
- earth n., v.: γη
- eight num.: οκτώ
- eighth num., n.: όγδοος; ένα όγδοο
- enough det., adv., pron.: αρκετός, αρκετά
- exercise n., v.: άσκηση
- experience n., v.: εμπειρία
- experiment n., v.: πείραμα
- extreme adj., n.: ακραίος
- famous adj.: διάσημος
- favourite adj., n.: αγαπημένος
- February n.: Φεβρουάριος
- forward adv., adj., v.: μπροστά
- forwards adv., n., v.: προς τα εμπρός
- fruit n., v.: φρούτο
- grammar n.: γραμματική
- group n., v.: ομάδα
- guard n., v.: φρουρός; φυλάω
- guide n., v.: οδηγός
- heard v.: άκουσε, ακούστηκε
- heart n.: καρδιά
- height n.: ύψος
- history n.: ιστορία
- imagine v.: φαντάζομαι
- increase v., n.: αύξηση· αυξάνω
- important adj.: σημαντικός
- interest n., v.: ενδιαφέρον· τόκος
- island n.: νησί
- knowledge n.: γνώση
- learn v.: μαθαίνω
- length n.: μήκος
- library n.: βιβλιοθήκη
- material n., adj.: υλικό
- medicine n.: φάρμακο; ιατρική
- mention v., n.: αναφέρω
- minute n., adj., v.: λεπτό· πολύ μικρός
- natural adj., n.: φυσικός
- naughty adj.: άτακτος
- notice n., v.: παρατηρώ; ειδοποίηση
- occasion n., v.: περίσταση
- occasionally adv.: περιστασιακά
- often adv.: συχνά
- opposite adj., prep., n.: αντίθετος
- ordinary adj.: συνηθισμένος
- particular adj., n.: συγκεκριμένος, ιδιαίτερος
- peculiar adj.: παράξενος
- perhaps adv.: ίσως
- popular adj.: δημοφιλής
- position n., v.: θέση
- possess v.: κατέχω
- possession n.: κατοχή; κτήμα
- possible adj.: δυνατός, πιθανός
- potatoes n.: πατάτες
- pressure n., v.: πίεση
- probably adv.: πιθανότατα
- promise n., v.: υπόσχεση· υπόσχομαι
- purpose n.: σκοπός
- quarter n., v.: τέταρτο
- question n., v.: ερώτηση
- recent adj.: πρόσφατος
- regular adj., n.: τακτικός, συνηθισμένος
- reign n., v.: βασιλεία
- remember v.: θυμάμαι
- sentence n., v.: πρόταση; ποινή
- separate adj., v.: χωριστός; χωρίζω
- special adj., n.: ειδικός
- straight adj., adv., n.: ίσιος, ευθεία
- strange adj.: παράξενος
- strength n.: δύναμη
- suppose v.: υποθέτω
- surprise n., v.: έκπληξη; εκπλήσσω
- therefore adv.: επομένως
- though conj., adv.: αν και
- although conj.: αν και
- thought n., v.: σκέψη· σκέφτηκε
- through prep., adv., adj.: μέσα από; μέσω
- various adj.: διάφοροι
- weight n., v.: βάρος
- woman n.: γυναίκα
- women n.: γυναίκες
- accommodate v.: στεγάζω· καλύπτω ανάγκες
- accompany v.: συνοδεύω
- according v., adv.: σύμφωνα με (according to)
- achieve v.: επιτυγχάνω
- aggressive adj.: επιθετικός
- amateur n., adj.: ερασιτέχνης
- ancient adj.: αρχαίος
- apparent adj.: προφανής· φαινομενικός
- appreciate v.: εκτιμώ
- attached adj., v.: συνημμένος; συνδεδεμένος
- available adj.: διαθέσιμος
- average adj., n., v.: μέσος όρος; μέσος
- awkward adj.: αμήχανος; άβολος
- bargain n., v.: ευκαιρία, παζάρι
- bruise n., v.: μελανιά
- category n.: κατηγορία
- cemetery n.: νεκροταφείο
- committee n.: επιτροπή
- communicate v.: επικοινωνώ
- community n.: κοινότητα
- competition n.: διαγωνισμός; ανταγωνισμός
- conscience n.: συνείδηση
- conscious adj.: που έχει τις αισθήσεις του
- controversy n.: αντιπαράθεση
- convenience n.: ευκολία
- correspond v.: αντιστοιχώ· αλληλογραφώ
- criticise v.: επικρίνω
- curiosity n.: περιέργεια
- definite adj.: σαφής· βέβαιος
- desperate adj.: απελπισμένος
- determined adj., v.: αποφασισμένος
- develop v.: αναπτύσσω
- dictionary n.: λεξικό
- disastrous adj.: καταστροφικός
- embarrass v.: φέρνω σε αμηχανία
- environment n.: περιβάλλον
- equip v.: εξοπλίζω
- equipped v., adj.: εξοπλισμένος
- equipment n.: εξοπλισμός
- especially adv.: ιδιαίτερα
- exaggerate v.: υπερβάλλω
- excellent adj.: εξαιρετικός
- existence n.: ύπαρξη
- explanation n.: εξήγηση
- familiar adj., n.: οικείος· γνώριμος
- foreign adj.: ξένος
- forty num.: σαράντα
- frequently adv.: συχνά
- government n.: κυβέρνηση
- guarantee n., v.: εγγύηση
- harass v.: παρενοχλώ
- hindrance n.: εμπόδιο
- identity n.: ταυτότητα
- immediate adj.: άμεσος
- immediately adv., conj.: αμέσως
- individual n., adj.: άτομο; ατομικός
- interfere v.: ανακατεύομαι· παρεμβαίνω
- interrupt v.: διακόπτω
- language n.: γλώσσα
- leisure n.: ελεύθερος χρόνος
- lightning n., adj.: αστραπή
- marvellous adj.: θαυμάσιος
- mischievous adj.: σκανταλιάρης
- muscle n., v.: μυς
- necessary adj.: απαραίτητος
- neighbour n.: γείτονας
- nuisance n.: ενόχληση
- occupy v.: καταλαμβάνω
- occur v.: συμβαίνω
- opportunity n.: ευκαιρία
- parliament n.: κοινοβούλιο
- persuade v.: πείθω
- physical adj., n.: φυσικός, σωματικός
- prejudice n., v.: προκατάληψη
- privilege n., v.: προνόμιο
- profession n.: επάγγελμα
- programme n., v.: πρόγραμμα
- pronunciation n.: προφορά
- queue n., v.: ουρά αναμονής
- recognise v.: αναγνωρίζω
- recommend v.: συστήνω
- relevant adj.: σχετικός
- restaurant n.: εστιατόριο
- rhyme n., v.: ομοιοκαταληξία; ομοιοκαταληκτώ
- rhythm n.: ρυθμός
- sacrifice n., v.: θυσία
- secretary n.: γραμματέας
- shoulder n., v.: ώμος
- signature n., adj.: υπογραφή
- sincere adj.: ειλικρινής
- sincerely adv.: ειλικρινά
- soldier n.: στρατιώτης
- stomach n., v.: στομάχι
- sufficient adj.: επαρκής
- suggest v.: προτείνω
- symbol n.: σύμβολο
- system n.: σύστημα
- temperature n.: θερμοκρασία
- thorough adj.: διεξοδικός
- twelfth num., n.: δωδέκατος; ένα δωδέκατο
- variety n.: ποικιλία
- vegetable n.: λαχανικό
- vehicle n.: όχημα
- yacht n.: θαλαμηγός