Βασικό στάδιο 1: υποχρεωτικές λέξεις για τις τάξεις 1 και 2
Ορθογραφία για τα βασικά στάδια 1 έως 4 · αγγλικά · Υπαγόρευση λέξεων · Ενότητα 1
- the det.: ο, η, το
- a det.: ένας, μία, ένα
- do v., aux., n.: κάνω
- to prep.: σε, προς, να
- today adv., n.: σήμερα
- of prep.: του, της, από
- said v., adj.: είπε
- says v.: λέει
- are v., aux.: είσαι· είμαστε· είστε· είναι
- were aux., v.: ήσουν; ήμασταν; ήσασταν; ήταν
- was aux., v.: ήταν
- is aux., v.: είναι
- his det., pron.: του
- has v., aux.: έχει
- I pron.: εγώ
- you pron.: εσύ· εσείς
- your det.: σου, σας
- they pron.: αυτοί, αυτές, αυτά
- be v., aux.: είμαι
- he pron.: αυτός
- me pron.: εμένα; με; μου
- she pron.: αυτή
- we pron.: εμείς
- no det., int., adv.: όχι, κανένας
- go v., n.: πηγαίνω
- so adv., conj.: έτσι; τόσο; λοιπόν
- by prep., adv.: από, δίπλα σε
- my det.: μου
- here adv.: εδώ
- there adv., pron.: εκεί
- where adv., conj.: πού
- love v., n.: αγάπη· αγαπώ
- come v.: έρχομαι
- some det., pron., adv.: μερικοί; λίγο
- one num., pron., det.: ένας, μία, ένα
- once adv., conj.: μία φορά; κάποτε
- ask v.: ρωτώ; ζητώ
- friend n., v.: φίλος
- school n., v.: σχολείο
- put v.: βάζω
- push v., n.: σπρώχνω; ώθηση
- pull v., n.: τραβώ
- full adj., adv.: γεμάτος; πλήρης
- house n., v.: σπίτι
- our det.: μας
- Monday n.: Δευτέρα
- Tuesday n.: Τρίτη
- Wednesday n.: Τετάρτη
- Thursday n.: Πέμπτη
- Friday n.: Παρασκευή
- Saturday n.: Σάββατο
- Sunday n.: Κυριακή
- door n.: πόρτα
- floor n., v.: δάπεδο; όροφος
- poor adj.: φτωχός· κακός
- because conj.: επειδή
- find v., n.: βρίσκω
- kind n., adj.: ευγενικός; είδος
- mind n., v.: νους, με νοιάζει
- behind prep., adv.: πίσω από
- child n.: παιδί
- children n.: παιδιά
- wild adj., n.: άγριος
- climb v., n.: σκαρφαλώνω
- most det., adv., pron.: περισσότεροι; πιο πολύ
- only adv., adj., conj.: μόνο
- both det., pron., conj.: και οι δύο
- old adj.: παλιός, ηλικιωμένος
- cold adj., n.: κρύος· κρυολόγημα
- gold n., adj.: χρυσός
- hold v., n.: κρατώ
- told v.: είπε
- every det.: κάθε
- everybody pron.: όλοι
- even adv., adj., v.: ακόμη και; ίσος; άρτιος
- great adj., n.: σπουδαίος; μεγάλος
- break v., n.: σπάω; διάλειμμα
- steak n.: μπριζόλα
- pretty adv., adj.: όμορφος; αρκετά
- beautiful adj.: όμορφος
- after prep., conj., adv.: μετά
- fast adj., adv., v.: γρήγορος; νηστεύω
- last adj., adv., v.: τελευταίος
- past adj., prep., n.: παρελθόν; περασμένος
- father n., v.: πατέρας
- class n., v.: τάξη, μάθημα
- grass n., v.: γρασίδι
- pass v., n.: περνώ, πάσο
- plant n., v.: φυτό; εργοστάσιο; φυτεύω
- path n.: μονοπάτι
- bath n., v.: μπάνιο
- hour n.: ώρα
- move v., n.: κινούμαι; μετακομίζω
- prove v.: αποδεικνύω
- improve v.: βελτιώνω
- sure adj., adv.: σίγουρος
- sugar n., v.: ζάχαρη
- eye n., v.: μάτι
- could aux.: μπορούσε; θα μπορούσε
- should aux.: θα έπρεπε
- would aux.: θα (υποθετικό)
- who pron.: ποιος
- whole adj., n.: ολόκληρος
- any det., pron., adv.: οποιοσδήποτε; κανένας
- many det., pron.: πολλοί
- clothes n.: ρούχα
- busy adj., v.: απασχολημένος
- people n., v.: άνθρωποι; λαός
- water n., v.: νερό
- again adv.: ξανά
- half det., n., adv.: μισό
- money n.: χρήματα
- Mr n.: κύριος
- Mrs n.: κυρία
- parents n., v.: γονείς
- Christmas n.: Χριστούγεννα