Στο σπίτι
Ελληνικά για αρχάριους: πρώτες λέξεις · Greek · Υπαγόρευση λέξεων · Ενότητα 1
- σπίτι n.: Το κτίριο ή ο χώρος όπου μένουμε.
- κουζίνα n.: Χώρος μαγειρέματος, μαγειρική ή συσκευή μαγειρέματος.
- τραπέζι n.: Έπιπλο όπου τρώμε, γράφουμε ή βάζουμε πράγματα.
- καρέκλα n.: Κάθισμα με πλάτη για ένα άτομο.
- κρεβάτι n.: Έπιπλο πάνω στο οποίο κοιμόμαστε.
- πόρτα n.: Κατασκευή που ανοίγει και κλείνει μια είσοδο.
- παράθυρο n.: Άνοιγμα με τζάμι που αφήνει φως και αέρα να μπουν.
- μπάνιο n.: Πλύσιμο του σώματος, χώρος πλυσίματος ή κολύμπι.
- καναπές n.: Μακρύ και άνετο κάθισμα για περισσότερα άτομα.
- λάμπα n.: Συσκευή ή γυάλινο εξάρτημα που δίνει φως.